Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Νύχτες....«αποκριάτικες»


Νύχτες ατελείωτες, άυπνες...

Νύχτες  που σε τιμωρούν για όσα επέλεξες ή μάλλον νομίζεις ότι επέλεξες.

Αυτά τα «θέλω» σου όμως, αυτά είναι που σε τυραννούν.

Πίστεψες ότι  μόνος  καθόρισες  τη ζωή σου, αλλά  αυτά τα δήθεν «θέλω» έρχονται εκεί, μέσα  στο μυαλό σου τη νύχτα, πιο αραιά στην αρχή, πιο συχνά μετά και τελικά καταλαμβάνουν τη σκέψη σου.

Χορεύουν μπροστά σου  και δεν σε αφήνουν να ησυχάσεις. Σταδιακά  μεταμορφώνονται και εσύ μένεις άναυδος να παρακολουθείς τον τρελό χορό τους. Μάλιστα σου μοιάζει σαν πομπή καρναβαλιού, με μασκαράδες που σε περιτριγυρίζουν και γελάνε μαζί σου.

Και εσύ εκεί, στο κέντρο, να προσπαθείς να απεγκλωβιστείς, να αναρωτιέσαι γιατί γίνεται όλο αυτό, ποιο είναι το νόημα.

Νύχτες παραδομένος σε αυτόν τον τρελό χορό, η σκέψη σου να γυροφέρνει  και να περιμένεις τη λύτρωση. Η λύτρωση όμως αργεί, μέχρι ο ίδιος να δεις καθαρά το νόημα.

Δες....τίποτα από τα «θέλω» σου δεν ήταν αυτά που όντως επιθυμούσες, Στην πραγματικότητα  ήταν «πρέπει», που όμως έπρεπε να θέλεις.Μόλις το συνειδητοποιήσεις, μόνο τότε θα σπάσεις τον ασφυκτικό κλοιό των καρναβαλιστών.

Γιατί - ας μην γελιόμαστε-  αρκετά κορόιδεψες τόσον καιρό τον εαυτό σου. Ντύνοντας τα «πρέπει» με αποκριάτικο  ένδυμα, όσο και να προσπάθησες θα έρθουν κάποτε, θα σου χτυπήσουν την πόρτα.

Τόσα χρόνια τι έκανες, αναρωτήθηκες ποτέ; Σαν τους μασκαράδες που κάποτε βγάζουν τη στολή τους και αποκαλύπτονται, αν και μπορούν να κινούνται άνετα και με επιτυχία το διάστημα του Τριωδίου, έτσι ήσουν και εσύ.

Η ζωή όμως δεν είναι συνεχής αποκριάτικη εκδήλωση. Μπορείς να επαίρεσαι σε όλους για τα υποτιθέμενα «θέλω σου», να τα ντύνεις με ωραίες αποκριάτικες στολές και να τα περιφέρεις στη καθημερινότητά σου, τις νύχτες όμως ένα - ένα  βγάζουν την στολή τους και στέκονται .γυμνά απέναντί  σου.

Σε αντικρίζουν κατάματα  και ζητούν να ξεγυμνώσεις  την ψυχή σου. Αυτήν την ψυχή που πούλησες τόσο φτηνά, που την μασκάρεψες και την ίδια με τις λάθος επιλογές, με αυτά τα υποτιθέμενα «θέλω» σου, χωρίς να σκεφτείς πως εκεί, προς το τέρμα της διαδρομής θα σε περιμένει κουρελιασμένη ίσως, απογοητευμένη αλλά και αποφασισμένη να μη σε αφήσει να πας παρακάτω, αν δεν πληρώσεις αυτά που της χρωστάς, Και θα στα ζητήσει, πίστεψε με, γιατί την ταλαιπώρησες, την πρόδωσες, την κορόιδεψες, προσπαθώντας να ξεγελάσεις υποκριτικά τους άλλους


Ησύχασε... μπορείς να πας σε μια γωνιά και να κλάψεις. Να κάνεις την αυτοκριτική σου και να θρηνήσεις  για όσα θέλησες πραγματικά και ξεπούλησες, για όσα έχασες και δεν πρόκειται να τα ξανακερδίσεις, γιατί έφυγαν ανεπιστρεπτί.

Έτσι είναι η ζωή για τους περισσότερους από εμάς.Μια συνεχής αποκριάτικη παράσταση που δίνουμε ενώπιον των άλλων, για να ξεγελάσουμε  τον ίδιο μας τον εαυτό. Κάποτε όμως τελειώνει το καρναβάλι, πέφτουν οι μάσκες και όλα αποκαλύπτονται!

Η ζωή αργά ή γρήγορα θα μας ζητήσει τις ευθύνες που μας αναλογούν. Θα  μας αναγκάσει να κάνουμε  με κάποιον τρόπο  απολογισμό. Αν είμαστε  τυχεροί  και γίνει νωρίς, υπάρχει  το περιθώριο να αλλάξουμε ρότα.

Αν όμως είναι αργά;

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

«Δεν έφταιξε κανείς…μόνο οι λέξεις»



-Δεν σου είπα ψέματα ισχυρίζεσαι...

-Δεν είπες όμως αλήθειες!

Με πόση ευκολία έβγαιναν οι λέξεις από το στόμα σου...λόγια, χείμαρρος  αγάπης, αιώνιας αφοσίωσης.

Λέξεις γεμάτες υποσχέσεις..

-Είσαι αυτό που περίμενα, ο άνθρωπός μου, η αιώνια αγαπημένη!

Οι λέξεις, όταν μιλάει το  κορμί, είναι αυτές που εύκολα σε μεθάνε...

Μεθάς από έρωτα, από πάθος, νιώθεις να πετάς ψηλά και αρχίζεις τα όνειρα.

Όνειρα που ποτέ δε θα έκανες, αν δεν λειτουργούσαν οι λέξεις με τέτοια υποβλητική δύναμη μέσα σου.

Όνειρα για κοινή  πορεία, που ποτέ δε θα ονειρευόσουν, αν δεν σε «παραμύθιαζαν» τόσο οι λέξεις.

Και εκεί είναι που  αρχίζεις να χτίζεις εσύ πλέον  τον δικό σου (σας;) κόσμο με τις λέξεις που τόσον καιρό σου έδιναν τα υλικά για να τον δομήσεις,

Πόσο ακόμα θα περιμένεις μια που οι λέξεις τον έπλασαν  τόσο ονειρικό, που ανυπομονείς να τον ζήσεις!

Ρωτάς «πότε;»...σου απαντάνε οι ψεύτικες λέξεις «σύντομα, κάνε υπομονή»

Και έρχεται η στιγμή που αρχίζεις να απαιτείς το τώρα!

Τότε  έρχονται οι λέξεις -αυτές που σε απογείωναν παλιά- να αποδομήσουν  αυτόν τον κόσμο σταδιακά.

-Δεν σου είπα ψέματα...

-Δεν είπες όμως αλήθειες!

Εσύ όμως κρατάς με νύχια και με δόντια τις λέξεις, τις ντυμένες με ωραία φορέματα και ελπίζεις.

Ζητάς τον κόσμο σου (σας;), ίσως ζεις ήδη μέσα σε αυτόν, δε θέλεις να βγεις στην παγωνιά , έχεις δώσει την ψυχή σου, έχεις επενδύσει πάνω στις πλανεύτρες λέξεις που κάνουν τον νου να πετάει στα σύννεφα, στην ελπίδα μια κοινής ευτυχισμένης ζωής.

Πόσο να περιμένεις πια;

Κουράστηκες...αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι πως αυτό ήταν μόνο δικό σου όνειρο. ότι σε πλάνεψαν οι λέξεις.

Και τότε μόνο φεύγεις, έχοντας όμως στην ψυχή σου βαθιά χαραγμένη μια πληγή που αιμορραγεί ασταμάτητα.

Στο παραμύθι της ζωής η παραπάνω ιστορία είναι επαναλαμβανόμενη.Αφορά πάνω κάτω τους περισσότερους ανεκπλήρωτους έρωτες, έρωτες που τελικά έγιναν απωθημένα και επηρεάζουν την μετέπειτα πορεία του καθενός.Στιγματίζουν πολλές φορές πορείες ζωής και καταρρακώνουν ψυχικά όποιον-α  έγινε θύμα.

Στις περισσότερες όμως των περιπτώσεων γίνεται αντιληπτό το ψέμα από τις πρώτες φορές που θα ειπωθεί, απλά ίσως οι ίδιοι επιλέγουμε να ζήσουμε το παραμύθι, αδυνατώντας να προσγειωθούμε ανώμαλα σε ένα έδαφος σκληρό και άγονο.Έτσι, αν και γνωρίζουμε βαθιά μέσα μας ότι ποτέ δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί το όνειρο, το ζούμε σαν υπνωτισμένοι, δεν θέλουμε να ξυπνήσουμε και να το εκλογικεύσουμε.

Δεν φταίνε επομένως οι λέξεις.Αυτές εκπλήρωσαν ακριβώς τον σκοπό της ύπαρξης τους.Μας ανέβασαν έστω και λίγο στον ουρανό και μας έδειξαν ένα άλλο κόσμο, που μας έβγαλε έστω και προσωρινά από την πεζή καθημερινότητά μας.Μπορεί να μην έχτισαν τον κόσμο έτσι όπως τον προσδοκούσαμε, αλλά έβαλαν και αυτές ένα λιθαράκι στην εμπειρία μας πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις.


Τίποτα δεν είναι όπως ακούγεται, σπάνια τα μεγάλα λόγια γίνονται πράξεις.Και μάλιστα όσο πιο μεγάλα τόσο ανεκπλήρωτα  όσα υπόσχονται.

Ας έχουμε αυτό κατά νου τη επόμενη φορά που θα θελήσουμε να αφεθούμε.Μπορεί βέβαια κάθε φορά να λέμε «ποτέ ξανά», αλλά η ανθρώπινη ψυχή αυτό ακριβώς ζητά...τις λέξεις που σαν βάλσαμο θα τη γιατρέψουν, θα την ξαναπονέσουν και πάλι από την αρχή.

Τελικά αυτό που αξίζει είναι το όνειρο και όποιος το έζησε μπορεί να το καταλάβει.Η στιγμή και όχι το για πάντα, το ταξίδι και όχι ο προορισμός.Αξίζει να το ζήσει ο καθένας μας, όσο ακριβά κι αν το πληρώσει.






Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017



Ξημερώνουν Χριστούγεννα...

Κάθε χρόνο ίδια μέρα μια και μοναδική ανάμνηση με γυρνάει πίσω πολλά χρόνια.
Χριστούγεννα στο χωριό...

Οταν σκέφτομαι τα σημερινά παιδιά που κάθε χρόνο σκέφτονται πού θα πάνε να διασκεδάσουν και ετοιμάζονται πυρετωδώς μέρες πριν μια σκέψη περνά πάντα από το μυαλό μου.

Στην ηλικία τους και εμείς δε θέλαμε να φύγουμε από την πόλη ...θέλαμε να βγούμε με φίλους, να πάμε στο καλύτερο club εκείνης της εποχής

Ομως, πιστέψτε με..
Tελικά οι αναμνήσεις, οι γλυκές αναμνήσεις, αυτές που μας κάνουν πολλές φορές να δακρύζουμε από συγκίνηση και νοσταλγία είναι όσες που μας γυρνούν σε πολυαγαπημένα πρόσωπα και σε πιο απλοϊκές καταστάσεις, που δεν εχουν να κάνουν με τυποποιημένα ''ρεβεγιόν''  ή ξέφρενη διασκέδαση σε κάποιο club.

Τότε οι γονεις μας τηρούσαν τις νηστείες απαρέγκλιτα.Εμείς αναγκαστικά ακολουθούσαμε. γιατί και να θέλαμε δεν υπήρχε εναλλακτική. Παραμονή Χριστουγέννων, λοιπόν, σε ένα χωριό κάπου στα Γρεβενά. Κρύο και χιόνι σχεδόν κάθε χρόνο. Να μην τολμάς να ξεμυτίσεις από το σπίτι, στο οποίο οι σόμπες έκαιγαν όλη μέρα  σε όλα τα δωμάτια, με τα καυσόξυλα που εξασφάλιζε ο παππούς μόνος, υπομονετικά όλη τη χρονιά, πηγαίνοντας με τον γάιδαρο στο κοντινό δάσος, και τα στοίβαζε σε ένα σκεπασμένο μέρος της αυλής.

Παραμονή Χριστουγέννων και οι μυρωδιές να πλημμυρίζουν το σπίτι σε σημείο που να μας κάνουν να ανυπομονούμε να τελειώσει αυτήν η νηστεία, που την τελευταία μέρα φάνταζε για μας, που ήμασταν μικρά παιδιά, μαρτύριο. Η γιαγιά όμως ''κέρβερος''. Δε μας άφηνε να ακουμπήσουμε τίποτα από τα χριστουγεννιάτικα γλυκά ή τις πίτες που με τόση επιμέλεια ετοίμαζε.

Νομίζω εκείνο το βράδυ δεν πρεπει να κοιμόταν σχεδόν κανένας.Τα παιδιά έβγαιναν για τα κάλαντα λίγο πριν τις 12  και γυρνούσαν όλα τα σπίτια του χωριού πάρα το έντονο κρύο και το πολύ χιόνι.Ήταν εποχές μάλλον που οι μαμάδες δεν πάθαιναν υστερία με το κρύο, όπως σήμερα εμείς, που με λίγο χιόνι και λίγους βαθμούς υπό του μηδενός απαιτούμε να κλείσουν τα σχολεία. Μας έντυναν καλά και βγαίναμε έξω πάντα ανεξάρτητα από το ύψος του χιονιού.

Γέμιζε η χριστουγεννιάτικη νύχτα παιδικές φωνές...οι χωριανοί άνοιγαν με χαρά τις πόρτες για να υποδεχτούν τους νυχτερινούς επισκέπτες. Κάπου στις 2 το βράδυ ησύχαζε το χωριό. Εμείς κοιμόμασταν ελάχιστες ώρες, αφου μόλις χτυπούσε η καμπανα έπρεπε να ετοιμαστούμε για την εκκλησία.

Κάθε χρόνο το ίδιο τελετουργικό...κάθε χρόνο να μην θέλω να σηκωθώ από το ζεστό κρεβάτι μου για να περπατήσω μέχρι τη εκκλησία.Βλέπετε τότε τα αυτοκίνητα ήταν ελάχιστα στα χωριά, αλλά και όσοι τα είχαν δεν διανοούνταν να πάνε οδηγώντας στην εκκλησία...

Όλοι λοιπόν με τα πόδια, οι ''καλημέρες'' (ποια καλημέρα αναρωτιόμουν μέσα στη μαύρη νύχτα και στο ψοφόκρυο) και τα ''χρόνια πολλά'' γέμιζαν την παγωμένη νύχτα..Υποβλητική ατμόσφαιρα και χαρούμενη στην εκκλησία του χωριού που γέμιζε ασφυκτικα με όλους.
Κρυφά βλέμματα στους ''ξένους'' αλλά και κωμικές καταστάσεις με γιαγιάδες που μας τραβούσαν από το μανίκι να μας ρωτήσουν ''τίνος είσαι εσύ''(όχι δεν είναι ανέκδοτο... ίσχυε).

Και όταν τελείωνε το μαρτύριο για μας τα παιδια - γιατί για ένα μικρό παιδί η νηστεία, η αυπνία, το κρύο και η ορθοστασία μόνο μαρτύριο μπορεί να φαντάζει - παίρναμε το δρόμο για το σπίτι.

Το τραπέζι το βρίσκαμε στρωμένο και έτοιμο  από τη γιαγιά που είχε προνοήσει μέρες πριν για τα πάντα.Ακόμα τη θυμάμαι, μικροκαμωμένη, αεικίνητη αλλά με δυναμική προσωπικότητα να έχει τον πρώτο λόγο για όλα.Μια γυναίκα που πέρασε αντίξοες συνθήκες, μεγάλωσε έξι παιδιά μέσα στον πόλεμο και δεν κάμφθηκε ποτέ. Μια γυναίκα που είχε όρεξη για ζωή και γι'αυτο μέχρι τα βαθιά της γεράματα ήταν όλη μέρα στο πόδι για δουλειές, που ακόμα και όταν δεν υπήρχαν  τις επινοούσε, νομίζω, μόνο και μόνο για να έχει να ασχολείται...

Ο παππούς (καλή του ώρα εκεί που είναι) εκανε σχεδόν κάθε χρονιά γουρουνόπουλο στη σούβλα.Το γουρουνόπουλο δικό του, το τάιζε καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου  σε μια απομακρυσμένη πλευρά της αυλής με τα αποφάγια, για να το έχει έτοιμο για τα Χριστούγεννα.Το έσφαζε λίγες μέρες πριν και το ετοίμαζε, Δεν ξέρω τι ώρα ακριβώς ξυπνούσε, ούτε πόσες ώρες του έπαιρνε αυτή η διαδικασία, μια που τότε δεν υπήρχαν σούβλες ρεύματος.

Θα τον θυμάμαι όμως πάντα, εκεί στη σκεπασμένη πλευρά της αυλής, απέναντι από την κουζίνα, να κάθεται στο καρεκλάκι μέσα στο κρύο με τη λιγοστή φωτιά από τα κάρβουνα .Εμείς μόλις γυρνούσαμε από την εκκλησία, πηγαίναμε να τον αγκαλιάσουμε και να του πούμε χρόνια πολλά, ενώ αυτός είχε σχεδόν έτοιμο το χριστουγεννιάτικο έδεσμα.
Τον αγαπούσαμε τον παππού, λίγο παραπάνω ίσως από τη γιαγιά που μας φώναζε πάντα για κάποιο λόγο - δεν ήμασταν και τα πιο ήσυχα παιδιά άλλωστε.Ο παππούς ,όμως, δε μας χαλούσε χατήρι ποτέ. Ήταν πάντα κεφάτος και φοβερό πειραχτήρι .Δε μας άφηνε σε ησυχία..

Πίτες, χοιρινό τηγανιά, τσιγαρίδες (που ακόμα απορώ πώς και γιατί τις έτρωγαν) και το γκουρμέ της υπόθεσης γουρουνόπουλο στη σούβλα...

Γεύσεις, μυρωδιές μια άλλης εποχής, που η μνήμη τις επαναφέρει κάθε χρόνο...

Τα Χριστούγεννα τα έχω συνδεδεμένα με αυτές τις γεύσεις και τις μυρωδιές που δεν ξαναβρήκα από τότε....χάθηκαν μαζί με την αθωότητα των παιδικών χρόνων..Ίσως τις πήραν μαζί τα αγαπημένα πρόσωπα που μας ξανάρχονται στη μνήμη τέτοιες μέρες....Από την άλλη όμως σκέφτομαι πως η ευτυχία βρίσκεται σε πολύ απλά πράγματα, σε τελετουργικά που κάποτε μας φάνταζαν απλοϊκά, τώρα όμως τα εκτιμούμε.

Αγκαλιάστε σφιχτά τους παππούδες και τις γιαγιάδες, μοιραστείτε τις μέρες αυτές μαζί τους και χτίστε αναμνήσεις. Τα ρεβεγιόν θα είναι και τα επόμενα χρονια εκεί....αυτοί ίσως όχι...
Καλά Χριστούγεννα λοιπόν με αγαπημένα πρόσωπα και αγαπημένες γεύσεις και μυρωδιές...

Ας μην είμαστε αχάριστοι...Η ευτυχία βρίσκεται σε απλά πράγματα αρκεί να μάθουμε να την εκτιμούμε...

Χρόνια πολλά σε όλον τον κόσμο, με υγεία, αγάπη και ανθρωπιά!
Β.Ζ












Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Μοναξιά

Δεν κοιμάσαι πια.Ώρες ατελείωτες συλλογίζεσαι αυτό που θα είχες «αν»...

Το «αν» πλέον έχει γίνει η μοναδική σου σκέψη, το μυαλό πετάει μόνιμα και πλάθει το όνειρο.Μέσα σε δρόμους φωτεινούς, που η ευτυχία είναι ντυμένη με ανέμελες στιγμές, μέσα σε σοκάκια σκοτεινά που το πάθος φωτίζει τη νύχτα και κατακτά την ευδαιμονία.

Δε ζητούσες και πολλά από τη ζωή σου,Πάντα πίστευες οτι ο άνθρωπος πρέπει να είναι ικανοποιημένος με απλά πράγματα που θα τον κάνουν να ξυπνά ικανοποιημένος και με όρεξη για ζωή.Δεν αναζήτησες ποτέ την απόλυτη ευτυχία γιατι  ήξερες πως είναι στιγμές, κομμάτια ενός παζλ που θα σε ολοκλήρωναν και θα σε γέμιζαν λίγο λίγο καθημερινά.

Τι εφταιξε όμως και όλα πήγαν στραβά.Κατόρθωσες ελάχιστα σε προσωπικό επίπεδο και όλα αυτά τα «αν» πλέον κυριαρχούν στο μυαλό σου, πολιορκούν κάθε σου νύχτα, πολλές φορές στέκονται απέναντί σου και σε κοροιδεύουν επιδεικτικά.Η ζωή φεύγει.Το νιώθεις ώρα με την ώρα, μέρα με τη μέρα και προσπαθείς μέσα από ανούσιες ασχολίες να καλύψεις όλα αυτό το απέραντο κενό, να ισοφαρίσεις τα «αν», που σε προσπέρασαν πλέον και δεν είσαι ικανή να τα κάνεις πραγματικότητα.
Έχεις κουραστεί να προσπαθείς πια, η μέρα σου είναι ένας αγώνας δρόμου, αγωνιώντας να κατακτήσεις το ανέφικτο μήπως και μπορέσεις κάποτε να ξαποστάσεις. ίσως και να κοιμηθείς.

Τότε σε καταλαμβάνει η θλίψη...


Mην το πεις πουθενά........

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010




-Έρχονται τα Χριστούγεννα! φώναξε χαρούμενα ένα χειμωνιάτικο πρωινό ο μικρός άγγελος.
Η Χριστουγεννιάτικη φουντωτή γιρλάντα με τους εφτά αγγέλους που κρέμονταν από πάνω της, τινάχτηκε ολόκληρη.

-Μας ξύπνησες! διαμαρτυρήθηκαν οι άγγελοι με μια φωνή.
Τι σε έπιασε και φωνάζεις ξαφνικά;
-Έρχονται! Έρχονται τα Χριστούγεννα! φώναξε και πάλι ο μικρός άγγελος.
Οι άλλοι άγγελοι χασμουρήθηκαν.
Ίσιωσαν τα χάρτινα φτερά τους που ήταν σκεπασμένα με λείο και μαλακό ύφασμα και ρώτησαν το μικρό τους αδερφό.
-Και εσύ που το ξέρεις; Μέσα σε αυτό το κουτί που είμαστε κλεισμένοι, δεν έχουμε ούτε ημερολόγια, ούτε ρολόγια. Πως μπορούμε να ξέρουμε τι εποχή είναι, αν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα; Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε τη στιγμή που κάποιος θα ανοίξει το καπάκι από το κουτί και θα μας τοποθετήσει με τα άλλα στολίδια πάνω στο δέντρο.
-Κι όμως εγώ ξέρω πως έρχονται τα Χριστούγεννα! Τα μυρίζω!

Οι άγγελοι της φουντωτής γιρλάντας έξυσαν συγχρονισμένοι σαν χορευτές μπαλέτου, το φτιαγμένο από γουνίτσα φωτοστέφανο στο κεφάλι τους.
-Τα μυρίζεις; απόρησαν! Α, εσύ είσαι τελείως χαζούλης!
-Μα ναι! επέμενε ο μικρός άγγελος. Τα μυρίζω στον αέρα που έχει γίνει υγρός και βαρύς. Στη μυρωδιά από τα ξύλα που καίγονται στο τζάκι. Στα γλυκά με κανέλα και μέλι που φτιάχνουν στην κουζίνα του σπιτιού. Έρχονται Χριστούγεννα σας λέω!
-Εμείς το μόνο που μυρίζουμε εδώ μέσα είναι κλεισούρα και σκόνη. Κοιμήσου μικρέ. Έχουμε καιρό ακόμα μέχρι τα Χριστούγεννα του είπαν οι άγγελοι και ξάπλωσαν πάνω στο βαμβάκι που είχαν για στρώμα για να μη τσαλακωθούν και σκιστούν.
Όμως ο μικρός άγγελος, ο τελευταίος στη φουντωτή γιρλάντα με τους αγγέλους, δεν μπορούσε να κοιμηθεί από την χαρά και την προσμονή. Έφταναν τα Χριστούγεννα και επιτέλους θα βρισκότανε και πάλι πάνω στο στολισμένο δέντρο. Εκεί μπορούσε να βλέπει όλο το σπίτι, στολισμένο με γκι και κορδέλες.
Να λιγουρεύεται το γιορτινό τραπέζι με τα γλυκά και τα φαγητά που μοσχοβολούσαν. Να λικνίζεται στο ρυθμό των όμορφων τραγουδιών που ηχούσαν παντού και να χαίρεται με τα γέλια, τα παιχνίδια και τις κλεφτές ανυπόμονες ματιές των παιδιών στα κουτιά με τα δώρα κάτω από τα κλαδιά του έλατου.
Και να που πραγματικά είχε δίκιο.
Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν με γοργούς ρυθμούς και κάποια μαγική στιγμή, το καπάκι του κουτιού που κρατούσε κλειστή την φουντωτή Χριστουγεννιάτικη γιρλάντα με τους εφτά αγγέλους άνοιξε.

Το φως ξεχύθηκε λαμπρό και ζεστό μέσα στο κουτί και ξύπνησε τα αγγελάκια που χαρούμενα φώναξαν όλα μαζί πια:
-Ήρθαν τα Χριστούγεννα! Ήρθαν τα Χριστούγεννα!
Μαζί με αυτό, άνοιξαν και άλλα κουτιά.

Το μεγάλο κουτί με τις γυάλινες μπάλες που τσούλησαν γρήγορα στο χαλί.
Το κουτί με τους βελούδινους φιόγκους που τεντώθηκαν νυσταγμένοι.
Το κουτί με τις καμπάνες που με μιας άρχισαν να χτυπάνε.
Τον ξύλινο καρυοθραύστη που ακόνισε την μασέλα του.
Τα Άγιο-Bασιλάκια που κρατούσαν κιθάρες και βιολιά στα χέρια τους.

Και στη γλώσσα των παιχνιδιών που κανείς δεν γνωρίζει και δεν ακούει, άρχισαν όλα τα στολίδια να πανηγυρίζουν, να γελάνε και να τραγουδάνε χαρούμενα που μετά από μεγάλη αναμονή οι γιορτές έφτασαν και το φως της μέρας ανέδειξε τα όμορφα χρώματα τους.
Μα πιο πολύ χαρούμενος ήταν ο μικρός άγγελος της φουντωτής γιρλάντας. Γιατί αυτός ήξερε πιο μπροστά από τα άλλα στολίδια πως τα Χριστούγεννα είχαν φτάσει.

Το μύριζε και το ένιωθε μέσα στην καρδιά του και δεν έβλεπε την ώρα να σταθεί πάνω στο δέντρο και πάλι.
Και η στιγμή αυτή είχε φτάσει.
Τα λεπτά χέρια μιας όμορφης γυναίκας με μακριά μπουκλωτά μαλλιά μπήκαν μέσα στο κουτί και έπιασαν την γιρλάντα με τους αγγέλους. Η καρδιά του μικρού αγγέλου πήγε να σπάσει.

-Τώρα θα πετάξω ψηλά στο έλατο, σκέφτηκε. Θα δω το στολισμένο σπίτι, τα παιδάκια που τρέχουν γύρω από τα σκορπισμένα στο σαλόνι στολίδια και δώρα, τα χαμόγελα στα πρόσωπα όλων να ζεσταίνουν το κρύο που ένιωθα τόσο καιρό μέσα στο κουτί.
Μα καθώς σκεφτόταν όλα αυτάχρατς!

Το χάρτινο φτερό του πιάστηκε στο καπάκι από το κουτί που δεν είχε καλά ανοίξει και κόπηκε στη μέση.
-Αχ τι κρίμα! Έσκισα το φτερό του τελευταίου στη σειρά αγγέλου. Δεν πειράζει.
Τώρα η γιρλάντα θα έχει μόνο έξι αγγέλους, είπε η γυναίκα με τα μπουκλωτά μαλλιά και παίρνοντας στα χέρια της ένα ψαλίδι έκοψε το σκοινί που συγκρατούσε τον άγγελο στην φουντωτή γιρλάντα και τον έβαλε και πάλι μέσα στο κουτί.
Όλα τότε ησύχασαν.

Τα στολίδια έπαψαν να γελάνε και να φωνάζουνε στη γλώσσα των παιχνιδιών.
Το φως που έλουζε τα κουτιά χλόμιασε και το κρύο σκέπασε τον μικρό άγγελο με το σκισμένο φτερό, που έμεινε ξαπλωμένος στον πάτο του κουτιού.

-Δεν θα γνωρίσω τα φετινά Χριστούγεννα.
Δεν θα μυρίσω τα φρεσκοψημένα γλυκά στο φούρνο.
Δε θα τραγουδήσω μαζί με τα παιδιά, που θα στέκονται στην πόρτα χτυπώντας τριγωνάκια τα κάλαντα για τον Χριστούλη, είπε πολύ λυπημένος ο μικρός άγγελος και χάρτινα δάκρυα άρχισαν να πέφτουν από τα ζωγραφισμένα μάτια του.
Μα πριν προλάβει να κρυώσει η καρδούλα του, άλλο ένα χέρι μπήκε μέσα στο κουτί.
Ήταν μικρό και στρουμπουλό και άρχισε να ψαχουλεύει το κουτί ανακατεύοντας το μπαμπάκι του πάτου τόσο, που ο άγγελος έκανε τούμπες.

Ύστερα, έπιασε τον μικρό άγγελο που έστεκε, χωρίς την γιρλάντα, μόνος με το σκισμένο φτερό του. Κι όταν το χέρι τον σήκωσε, ο άγγελος, έστω και με ένα φτερό, πέταξε ψηλά κι αντίκρισε ένα μικρό παιδάκι, που ίσα ίσα στεκόταν στα ποδαράκια του και περπατούσε άτσαλα.

Το μικρό παιδάκι με τον άγγελο στο τεντωμένο του χέρι έφτασε στραβοπατώντας τη γυναίκα με τα μπουκλωτά μαλλιά και της έδωσε τον άγγελο.
-Θέλεις να τον βάλουμε κι αυτόν στο δέντρο; ρώτησε η γυναίκα.
Το παιδάκι γέλασε τότε τόσο τρανταχτά και γλυκά, που ο μικρός άγγελος έπαψε πια να κρυώνει και μια μαγική θαλπωρή τον τύλιξε.
Η γυναίκα πήρε τον μικρό άγγελο από το χεράκι του παιδιού, του τίναξε από πάνω του τα ανακατεμένα μπαμπάκια και με προσοχή κόλλησε το μισό φτερό που του έλειπε.
Ύστερα, ανεβαίνοντας σε μια μεγάλη σκάλα τον έβαλε πιο ψηλά από τα άλλα στολίδια, πιο ψηλά ακόμα και από την γιρλάντα των έξι αγγέλων.
Στην κορυφή του δέντρου!

Και καθώς το μικρό παιδάκι είδε τον άγγελο τόσο λαμπερό και όμορφο άρχισε να χτυπάει παλαμάκια και για μια στιγμή φάνηκε σε όλους πως ο μικρός άγγελος ζωντάνεψε κι έγινε ένας αληθινός άγγελος που είχε κατέβει από τον ουρανό για να αναγγείλει τη γέννηση του Χριστού.

Κι εκεί απάνω ο μικρός άγγελος έζησε τα πιο όμορφα Χριστούγεννα που είχε ζήσει ποτέ του.
Με μυρωδιές, με τραγούδια, με γέλια και παιχνίδια, μα και με κάτι ακόμα που έκανε τις γιορτινές μέρες πιο πλούσιες και πιο ζεστές.
Με αγάπη!